Το «Πολύ αργά πια», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, βρισκόταν εδώ και καιρό στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία μου. Μια στοίβα που, για να πω την αλήθεια, τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλώνει. Η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο καιρό είχα αφήσει λίγο το διάβασμα στην άκρη. Οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας και η έλλειψη χρόνου έχουν κάνει τις στιγμές με ένα βιβλίο όλο και πιο σπάνιες.
Όταν τελικά το έπιασα στα χέρια μου, ήταν η πρώτη μου γνωριμία με την Claire Keegan. Ένα μικρό σε έκταση βιβλίο, που μπορείς να διαβάσεις σε πολύ λίγο χρόνο, αλλά που, όπως αποδείχθηκε, δεν αφήνεις πίσω σου το ίδιο γρήγορα.
Αυτό που μου άρεσε από τις πρώτες κιόλας σελίδες ήταν η γραφή της. Απλή, κατανοητή, χωρίς περιττές περιγραφές. Η αφήγηση κυλάει τόσο φυσικά που δεν σε κουράζει καθόλου.
Στο «Πολύ αργά πια» γνωρίζουμε τον Κάχαλ, έναν άντρα που ζει και εργάζεται στο Δουβλίνο. Μέσα από μια μέρα της καθημερινότητάς του και μια αναδρομή στο παρελθόν, μαθαίνουμε για τη γνωριμία του με μια γυναίκα, τη Σαμπίν, και τη σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους. Καθώς η ιστορία προχωρά, μικρές λεπτομέρειες από την καθημερινότητά τους αρχίζουν να αποκαλύπτουν τις διαφορές τους, τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη συντροφικότητα και όσα περιμένει ο καθένας από τον άλλον. Δε θα πω περισσότερα για την πλοκή, γιατί θεωρώ ότι αξίζει να την ανακαλύψει κανείς διαβάζοντας.
Ένα από τα στοιχεία που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ήταν ο τρόπος που η συγγραφέας μάς αφήνει να γνωρίσουμε σταδιακά τους χαρακτήρες της. Δε σου εξηγεί συνεχώς τι άνθρωποι είναι. Σε αφήνει να τους γνωρίσεις μέσα από τις κουβέντες τους, τις αντιδράσεις τους και τις μικρές, καθημερινές τους πράξεις.
Διαβάζοντας, ένοιωθα σαν να βρισκόμουν σε μια γωνία και να παρακολουθούσα τους ήρωες. Και κάπου κάπου σαν να μπορούσα να βουτήξω και λίγο μέσα τους, να δω τι σκέφτονται και πώς αντιλαμβάνονται όσα συμβαίνουν.
Στην αρχή ο πρωταγωνιστής μού φάνηκε ένας μάλλον κλειστός άνθρωπος. Όσο προχωρούσε η ιστορία, άρχισα να παρατηρώ πλευρές του χαρακτήρα του που με προβλημάτιζαν. Κυρίως με απασχόλησε η απόσταση ανάμεσα σε όσα ήθελε από τη ζωή του και σε όσα φαινόταν πραγματικά διατεθειμένος να προσφέρει. Γιατί, για παράδειγμα, άλλο είναι να φαντάζεσαι μια κοινή ζωή με έναν άνθρωπο κι άλλο να είσαι έτοιμος να τη μοιραστείς μαζί του στην πράξη.
Και κάπου εκεί άρχισα να σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι μερικές φορές να αναλάβουμε την ευθύνη που μας αναλογεί. Πόσα θεωρούμε αυτονόητα μέσα σε μια σχέση, σε μια οποιαδήποτε σχέση; Πόσο εύκολα αναγνωρίζουμε όσα κάνει ο άλλος για εμάς; Και πόσο πρόθυμοι είμαστε να αμφισβητήσουμε συμπεριφορές που έχουμε μάθει από μικροί;
Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ αρχικά η στάση του πρωταγωνιστή με ενοχλούσε, φτάνοντας στο τέλος ένιωσα περισσότερο λύπη και οίκτο. Άρχισα να αναρωτιέμαι πόσο τον είχε επηρεάσει ο τρόπος που μεγάλωσε. Ίσως να μην μπορούσε να δώσει κάτι που δεν είχε μάθει ποτέ να δίνει. Αυτό, φυσικά, δε σημαίνει ότι δεν είχε ευθύνη για τη συμπεριφορά του. Είναι άλλο να προσπαθείς να καταλάβεις έναν άνθρωπο κι άλλο να δικαιολογείς τις πράξεις του.
Και υπάρχει και η άλλη πλευρά. Το ότι μπορούμε να καταλάβουμε πώς διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου δε σημαίνει ότι όποιος βρίσκεται δίπλα του οφείλει να ανέχεται συμπεριφορές που τον πληγώνουν ή τον κάνουν να μη νοιώθει καλά. Ούτε ότι κάποιος πρέπει να παραμένει σε μια σχέση από ανασφάλεια, συνήθεια ή με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή τα πράγματα θα αλλάξουν. Μπορούμε να κατανοούμε φυσικά τις δυσκολίες και τα βιώματα ενός ανθρώπου, χωρίς να θεωρούμε ότι είναι δική μας ευθύνη να υπομένουμε τις συνέπειές τους.
Πέρα όμως από τις σκέψεις που μου δημιούργησαν οι χαρακτήρες, υπήρχαν και κάποιες φράσεις που με έκαναν να σταματήσω για λίγο το διάβασμα. Μιλούσαν για τη ζωή που συνεχίζεται, για τον χρόνο που περνά και για τις στιγμές που δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένες. Τις ένιωσα περισσότερο σαν μια υπενθύμιση παρά σαν κάτι μελαγχολικό. Να απολαμβάνουμε όσα έχουμε μπροστά μας και να μη μεταθέτουμε συνεχώς για αργότερα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε. Και επειδή είμαι άνθρωπος της αναβολής — αναβάλλω από υποχρεώσεις μέχρι και πράγματα που θα μου έδιναν χαρά — αυτές οι σκέψεις με άγγιξαν λίγο περισσότερο.
Αυτό που εκτίμησα τελικά στο «Πολύ αργά πια» είναι ότι μέσα σε τόσο λίγες σελίδες καταφέρνει να ανοίξει τόσα διαφορετικά ζητήματα. Τις σχέσεις, την ευθύνη, τους ρόλους που θεωρούμε αυτονόητους μέσα σε μια σχέση, τον τρόπο που μεγαλώνουμε, όσα μαθαίνουμε να θεωρούμε φυσιολογικά, αλλά και το πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να κοιτάξουμε τον εαυτό μας με ειλικρίνεια. Και όλα αυτά χωρίς δύσκολη γλώσσα ή μια αφήγηση που προσπαθεί να εντυπωσιάσει.
Το διάβασα γρήγορα, αλλά συνέχισα να το σκέφτομαι αφού το τελείωσα. Και νομίζω ότι αυτό λέει πολλά για ένα βιβλίο τόσο μικρό. Η πρώτη μου γνωριμία με την Claire Keegan ήταν λοιπόν πολύ θετική. Και σίγουρα δε θα είναι η τελευταία!
Αν θέλεις να ανακαλύψεις κι εσύ το “Πολύ αργά πια”, μπορείς να το βρεις εδώ: https://mikk.ro/ERrr




No Comments