Private dining στην Κεφαλονιά: η ιστορία πίσω από το Cook for Duke

Το τραπέζι έχει ήδη στρωθεί!
Οι μυρωδιές από την κουζίνα γεμίζουν τον χώρο!
Κάπου ανάμεσα σε κατσαρόλες και κουτάλες και φρέσκα υλικά μια σεφ μετατρέπει σε “ιδιωτικό εστιατόριο” έναν χώρο που μέχρι πριν λίγες ώρες ήταν απλώς ένα σπίτι.

Τη δουλειά της Μαρίας Ανανιάδου, γνωστής ως Cook for Duke, τη γνώρισα αρχικά μέσα από τα social media. Ζει και εργάζεται τα τελευταία 12 χρόνια στην Κεφαλονιά, αν και κατάγεται από τον Φιλώτα Φλώρινας. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια εργάζεται ως private chef, δημιουργώντας ιδιωτικές γαστρονομικές εμπειρίες σε σπίτια και βίλες του νησιού.

Ζώντας στο ίδιο νησί με εκείνη, έβλεπα συχνά εικόνες από ιδιωτικά δείπνα σε βίλες, τραπέζια δίπλα στη θάλασσα και εμπειρίες που έμοιαζαν περισσότερο με ιστορίες φιλοξενίας παρά με “υπηρεσία φαγητού”. Κάπως έτσι ανακάλυψα τον κόσμο του private dining μέσα από το Cook for Duke.

Λίγο αργότερα συναντηθήκαμε για καφέ και συζητήσαμε για τη μαγειρική, τη φιλοξενία, τις δυσκολίες πίσω από αυτή τη δουλειά, αλλά και για όλα εκείνα που δε φαίνονται ποτέ στις φωτογραφίες: την προετοιμασία, την πίεση, τις ιστορίες των ανθρώπων και τη βαθιά προσωπική σχέση που δημιουργείται γύρω από ένα τραπέζι.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της συζήτησης έγινε ξεκάθαρο ότι για τη Μαρία το φαγητό δεν είναι απλώς τεχνική ή επάγγελμα. Είναι τρόπος να δημιουργεί εμπειρίες και αναμνήσεις για τους ανθρώπους που την εμπιστεύονται.

Εικόνες και μνήμες…
Η σχέση της με τη μαγειρική δεν ξεκίνησε μέσα από επαγγελματικές κουζίνες αλλά μέσα από οικογενειακές εικόνες και μνήμες. Δεν μπήκε στην κουζίνα να μαγειρέψει από μικρή, αλλά οι πιο έντονες εικόνες και μυρωδιές ήταν γύρω από την προετοιμασία στην κουζίνα και τα οικογενειακά τραπέζια.

“Η υπέροχη γιαγιά μου, Μικρασιάτισσα στην καταγωγή, έφτιαχνε τις πιο νόστιμες πίτες που έχω φάει στη ζωή μου”, θυμάται. “Έχω ακόμη τη μυρωδιά της τριμμένης κολοκύθας με κανέλα και ζάχαρη και τολμώ να πω πως ποτέ δεν θα καταφέρω να τη φτιάξω όπως εκείνη”.

Από την άλλη πλευρά, η μητέρα της είχε μια πιο τολμηρή προσέγγιση στη μαγειρική. “Ήταν πιο μπροστά από την εποχή της. Μαγείρευε πάντα κάτι παράτολμο, περίεργο και περίτεχνο. Έψαχνε μέσα σε βιβλία, περιοδικά και εκπομπές πάντα το καινούριο, το μοντέρνο και εύγευστο”.

Επομένως ήταν μονόδρομος να αγαπήσει τη μαγειρική μέσα από τη δική τους ματιά και κάπως έτσι, ανάμεσα στην παράδοση και τη δημιουργικότητα, η μαγειρική μπήκε φυσικά στη ζωή της.

Από τη σχολή στο private dining…
Το 2017 ξεκίνησε τις σπουδές της στο τότε ΔΙΕΚ Αργοστολίου. Ήξερε ήδη ότι ήθελε να ακολουθήσει επαγγελματικά τη μαγειρική, αλλά ακόμη περισσότερο ήξερε ότι δεν την εξέφραζε η κλασική κουζίνα ενός εστιατορίου.

“Σε μια επαγγελματική κουζίνα είσαι ένα γρανάζι ενός μηχανισμού που δουλεύει ασταμάτητα”, εξηγεί. “Ήθελα να δημιουργήσω κάτι δικό μου. Κάτι που να με εκφράζει και να μου δίνει άμεση επαφή με τους καλεσμένους μου».

Η ιδέα του private dining δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική επιλογή, δεν ήταν απλά μια δουλειά που θα έφερνε στην οικογένειά ένα επιπλέον εισόδημα, ήταν η απόφαση να κάνει το πάθος της εμπειρία για τους άλλους αλλά και για εκείνη την ίδια.

Το Cook for Duke ξεκίνησε σχεδόν αυθόρμητα, σαν hashtag στο Instagram.

“Μαγείρευα για τον Δούκα”, λέει γελώντας αναφερόμενη στο επώνυμο του συζύγου της. “Ήταν αυτός μαζί με την αδερφή μου που με ώθησαν αρκετά ώστε να ρισκάρω και να χτίσω την δική μου επιχείρηση γύρω από αυτό”.

Πίσω όμως από το όνομα υπήρχε πολύς κόπος. Website, φωτογραφίσεις, εξοπλισμός, μενού, επαφές με επαγγελματίες του νησιού και ατελείωτη προετοιμασία για να στηθεί μια επιχείρηση από το μηδέν. Και όχι πάντα εύκολα. “Σε ένα νησί που ήμουν ξένη, βρήκα τοίχους, υποτίμηση και αδιαφορία. Το ταξίδι του σεφ στην Ελλάδα, και κυρίως όταν είσαι γυναίκα, απαιτεί να δώσεις το 1000% του εαυτού σου για να σε πάρουν σοβαρά. Ευτυχώς, όλα αυτά με πείσμωσαν ακόμη περισσότερο. Και αν γύριζα πίσω τον χρόνο δεν θα άλλαζα τίποτα. Θεωρώ πως στην ζωή το κάθε μας βήμα, η κάθε λέξη και αναπνοή μας φέρνουν εδώ που είμαστε σήμερα. Και σήμερα είμαι ακριβώς εκεί που πρέπει”.

Η εμπειρία πίσω από κάθε τραπέζι…
Η Μαρία δε βλέπει τη δουλειά της ως απλή μαγειρική υπηρεσία. Για εκείνη κάθε δείπνο είναι συμμετοχή σε μια σημαντική στιγμή της ζωής κάποιου άλλου. Έχει βρεθεί σε προτάσεις γάμου, γενέθλια, reunions ανθρώπων που συναντήθηκαν ξανά μετά από δεκαετίες και μικρούς ιδιωτικούς γάμους. “Έχω γίνει το δώρο και η έκπληξη κάποιου για κάποιον άλλο», λέει.

Αυτό είναι και το στοιχείο που την κρατά συνδεδεμένη με τη δουλειά της. “Δεν είναι μόνο η μαγειρική και το φαγητό. Είναι η εμπειρία του να συμμετέχεις προσωπικά στις σημαντικότερες στιγμές των ανθρώπων, να μοιράζεσαι ιστορίες του τόπου, όχι μόνο για το φαγητό, αλλά για το κρασί, τους ίδιους τους παραγωγούς , την ιστορία πίσω από κάθε γεύση και να μαθαίνεις και εσύ ο ίδιος τις δικές τους μοναδικές ιστορίες. We are now part of each other’s path, όπως συχνά λέω στους καλεσμένους μου”.

Κάθε φορά, ο χώρος αλλάζει. Κάθε σπίτι είναι διαφορετικό. Και μαζί του αλλάζει και ο τρόπος που δουλεύει. Θυμάται ακόμα το πρώτο της private dinner. “Είχα να μαγειρέψω για 12 ανθρώπους ένα μενού έξι σταδίων και έπεφτε συνεχώς το ρεύμα. Μεγάλη πρόκληση, αλλά τελικά τα κατάφερα”, θυμάται.

Σήμερα σχεδόν πάντα εργάζεται σε βίλες που νοικιάζουν επισκέπτες από το εξωτερικό, φέρνοντας την ελληνική φιλοξενία μέσα στον πιο προσωπικό τους χώρο. Το private dining δεν είναι στην φιλοσοφία του μέσου Έλληνα. Στο εξωτερικό είναι σύνηθες, όχι μόνο σε events, αλλά και στην καθημερινότητά τους.

Traditional with a twist…
Τα μενού της κινούνται γύρω από την ελληνική και κεφαλονίτικη κουζίνα, επηρεασμένα όμως και από σύγχρονες τεχνικές και διεθνείς γεύσεις. “Θέλω να εκσυγχρονίζω τα πιάτα και να παντρεύω το παραδοσιακό με τις μοντέρνες τεχνικές. Πάντα με σεβασμό και ευγνωμοσύνη στην παράδοση και την παρακαταθήκη που μας άφησαν οι παλαιότερες γενιές. Όμως, ζούμε στο σήμερα και ξεκινάμε την δική μας παράδοση με τα προϊόντα που έχουμε σήμερα και θα αφήσουμε το δικό μας στίγμα στις επόμενες γενιές. Traditional with a twist, μου αρέσει να λέω”.

Τα τοπικά προϊόντα παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο: κρασί, ελαιόλαδο, τυριά, μυρωδικά και εποχικές πρώτες ύλες. Για εκείνη, καλό φαγητό σημαίνει κάτι αρκετά απλό: “Καλή πρώτη ύλη. Καθαρές γεύσεις και όχι υπερβολική επεξεργασία”. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι προσαρμόζει το μενού σύμφωνα πάντα με τις διατροφικές προτιμήσεις ή δυσανεξίες, αλλεργίες κτλ.

Όταν το σπίτι γίνεται “εστιατόριο”…
Η εμπειρία ενός private dinner δεν περιορίζεται μόνο στο φαγητό. Η ίδια φροντίζει τα πάντα: από το στήσιμο του τραπεζιού και τα σερβίτσια μέχρι το wine pairing και την τελική αίσθηση που θα μείνει στους καλεσμένους. “Είναι σαν να δημιουργείται ένα προσωπικό εστιατόριο μέσα στο σπίτι τους”, εξηγεί. Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία του private dining: όχι μόνο στο τι τρως, αλλά στο πώς νιώθεις μέσα σε αυτή τη στιγμή.

“Θέλω όταν κάποιος σηκώνεται από το τραπέζι να νιώθει ότι έδωσα το 1000% του εαυτού μου για να τον κάνω να αισθανθεί μοναδικός”.

Οι δυσκολίες που δε φαίνονται…
Πίσω από τις όμορφες εικόνες στα social media υπάρχει μια πραγματικότητα αρκετά απαιτητική. Εξειδικευμένα ψώνια, μεταφορά εξοπλισμού, ώρες προετοιμασίας, οργάνωση άγνωστων κουζινών, καθαρισμός, πολύωρη εργασία και συνεχείς μετακινήσεις σε όλο το νησί. “Τις περισσότερες φορές δουλεύω από τις 7 το πρωί μέχρι τις 12 το βράδυ”, λέει. Κάποτε πίστευε πως μπορούσε να τα κάνει όλα μόνη της. Στην πορεία όμως κατάλαβε ότι χρειάζεται ομάδα και υποστήριξη. “Έμαθα πως για να πετύχει κάτι σωστά, πρέπει να έχεις ανθρώπους γύρω σου που μπορούν να σε στηρίξουν”.

Ευγνωμοσύνη και ενθουσιασμός…
Όταν τη ρωτώ ποια λέξη περιγράφει καλύτερα τη δουλειά της, απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη: “‘Ευγνωμοσύνη για όσα με οδήγησαν εδώ, ενθουσιασμός γιατί κάθε φορά μαγειρεύω έτσι”. Και όταν τη ρωτώ ποιο τραπέζι θα ήθελε πραγματικά να ζήσει; Η απάντηση δεν έχει σχέση με διάσημους καλεσμένους ή πολυτελή event.

“Θα καλούσα τη γιαγιά μου τη Μαρία. Δεν πρόλαβε να δει ποια είμαι σήμερα. Θα της μαγείρευα για να τη δω να απολαμβάνει το φαγητό μου και να με διορθώνει”.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και η ουσία όλων όσων κάνει σήμερα: οι μνήμες που μετατρέπονται σε γεύσεις και οι γεύσεις που μένουν στους ανθρώπους σαν ανάμνηση πολύ μετά το τέλος ενός δείπνου…

Η Cook for Duke προτείνει…
Πριν αποχαιρετιστούμε, ζήτησα από τη Μαρία να ξεχωρίσει 3 μέρη ή εμπειρίες που θεωρεί πως δεν πρέπει να χάσει κανείς αν επισκεφθεί το νησί.

Μου είπε, λοιπόν, ότι πρώτα απ’ όλα αξίζει να απολαύσει κάποιος το ηλιοβασίλεμα κολυμπώντας στις παραλίες γύρω από το αεροδρόμιο. Όχι κάποια συγκεκριμένη. Το να βλέπεις τον ήλιο να χάνεται μέσα στη θάλασσα ενώ κολυμπάς είναι μια μοναδική εμπειρία που δύσκολα περιγράφεται.

Έπειτα, να γνωρίσει τα τοπικά προϊόντα του νησιού. Τα τυριά, τα κρασιά, το ελαιόλαδο, τα γλυκά και όχι μόνο το “ψάρι σε μία ταβέρνα”. Η Κεφαλονιά έχει εξαιρετικούς παραγωγούς και ανθρώπους που δημιουργούν εμπειρίες γύρω από τη γαστρονομία. Ένα wine tasting στο Gentilini Winery & Vineyards, ένα olive oil tasting στο Liocharis Olive Oil Mill, ένα cooking class στο Opuntia, ένα brunch στο Myrtillo ή μια fine dining εμπειρία στο Savoro μπορούν πραγματικά να σου δείξουν μία διαφορετική πλευρά του νησιού.

Και τέλος, προτείνει hiking στα υπέροχα trails του Φισκάρδου και του Αίνου. Υπάρχουν αμέτρητες διαδρομές για να περπατήσεις, να χαθείς στη φύση και να ανακαλύψεις την πιο αυθεντική και ήρεμη πλευρά της Κεφαλονιάς.

Τρεις εμπειρίες που συνθέτουν ίσως έναν ολοκληρωμένο τρόπο να γνωρίσει κανείς το νησί. Από τη θάλασσα και τη γεύση μέχρι τη φύση του.

Τη Μαρία θα τη βρεις στο instagram ως cook_for_duke και στην ιστοσελίδα της COOK FOR DUKE.


You Might Also Like

No Comments

    Leave a Reply